Follow by Email

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

ΑΡΧΑΙΑ Β΄ΛΥΚΕΙΟΥ



ΑΡΧΑΙΑ Β΄ΛΥ Κ Ε Ι Ο Υ – Γ Ν Ω Σ Τ Ο Ε Π Ι Λ Ε Γ Μ Ε Ν Α Θ Ε Μ Α Τ Α

Λ Υ Σ Ι Ο Υ  Υ Π Ε Ρ  Μ Α Ν Τ Ι Θ Ε Ο Υ

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Πόσο σημαντική ήταν η δοκιμασία ως θεσμός του δημοκρατικού πολιτεύματος;
Η δοκιμασία αποτελούσε βασικό θεσμό της αθηναϊκής πολιτείας των κλασικών
χρόνων που επαλήθευε και κατοχύρωνε το δημοκρατικό πολίτευμα, γιατί:
α. Διαπαιδαγωγούσε τους πολίτες, ώστε να γίνουν ενάρετοι, ευσυνείδητοι και
υπεύθυνοι.
β. Επιβράβευε την αξιοκρατία.
γ. Συντελούσε στην ομαλή λειτουργία της πόλης
δ. Παραμέριζε από τα δημόσια αξιώματα τους ανάξιους, τους κακοήθεις και τους
καιροσκόπους
ε. Εδραίωνε τη δημοκρατία με την άνοδο των δημοκρατικών μόνο πολιτών στις
ανώτατες δημόσιες θέσεις

Ποιες είναι οι εκφράσεις του κειμένου με τις οποίες ο Μαντίθεος αποδίδει
χαρακτηρισμούς στους κατηγόρους του και ποιες προβάλλουν το δικός ήθος;
Ήθος των κατηγόρων:
«τος κατηγόροις βουλομένοις κ παντς τρόπου κακς μὲ ποιεν»
«τος δίκς διαβεβλημένοις τούτους εναι μεγίστων γαθν ατίους, οτινες ν
ναγκάζωσιν ες λεγχον τν ατος βεβιωμένων καταστναι»
«κα παρὰ τν δόξαν κα τος λόγους τν χθρν»
«γεσθαι χείρους εναι»
Ήθος του Μαντιθέου:
«πολλν ν χάριν εχον ταύτης τς κατηγορίας»
«δίκς διαβεβλημένοις»
«γ γὰρ σφόδρα μαυτ πιστεύω»
«πειδὰν μο λέγοντος κούσ περ τν πεπραγμένων, μεταμελήσειν ατ κα
πολ βελτίω με ες τ λοιπν χρόνον γεσθαι»
«ενους εμ τος καθεστηκόσι πράγμασι»
«νάγκασμαι τν ατν κινδύνων μετέχειν μν»
«περ τὰ λλα μετρίως βεβικώς»
«οχ ππευον οδ’ πεδήμουν π τν τριάκοντα, οδὲ μετέσχον τς τότε
πολιτείας».
Ο Μαντίθεος, λοιπόν χαρακτηρίζει τους αντιπάλους του κακοήθεις, συκοφάντες,
αναξιόπιστους, επικίνδυνους για το δημοκρατικό πολίτευμα, ανθρώπους χωρίς ήθος. Ενώ, ο
ίδιος παρουσιάζεται ανεξίκακος, θύμα της κακίας και της συκοφαντικής δυσφήμισης, γεμάτος
αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα, υπερασπιστής του δημοκρατικού πολιτεύματος,
μετριοπαθής και σώφρων.

Ποια επιχειρήματα χρησιμοποιεί ο Μαντίθεος για να ανασκευάσει το
κατηγορητήριο;
α. Ευγνωμονεί σχεδόν τους κατηγόρους του, γιατί του δίνουν την ευκαιρία να
απολογηθεί για τις πράξεις της ζωής του (λογικό – ψυχολογικό).
β. Υποστηρίζει ότι το κατηγορητήριο είναι απλά συκοφαντίες εις βάρος του και ότι με
την απολογία του θα το ανασκευάσει μετατρέποντας την αντιπάθεια που μάλλον τρέφουν όλοι
για το πρόσωπό του σε συμπάθεια και εκτίμηση; (λογικό - ψυχολογικό)
γ. Δηλώνει ότι είναι αφοσιωμένος στη δημοκρατία και ότι συμμετείχε στου ίδιους
κινδύνους στους οποίους συμμετείχαν και οι βουλευτές (πραγματικό).
δ. Δηλώνει ότι έχει ζήσει με μέτρο και κοσμιότητα, χωρίς πάθη και ακρότητες
(πραγματικό - λογικό).
ε. Ισχυρίζεται ότι το κατηγορητήριο δεν ισχύει, γιατί ούτε υπηρέτησε ως ιππέας ούτε
βρισκόταν στην Αθήνα την εποχή των Τριάκοντα ούτε συμμετείχε στο τυραννικό καθεστώς
(πραγματικό).

ΔΙΗΓΗΣΗ – ΑΠΟΔΕΙΞΗ §§ 4 – 8
Ποια δραματικά γεγονότα, που αποτελούν και ιστορικά στοιχεία για την
πραγματολογική γνώση της εποχής εκείνης, έζησε από μακριά ο Μαντίθεος και γιατί
αναφέρεται σ’ αυτά;
Ο Μαντίθεος δηλώνει ότι δεν συμμετείχε στο τυραννικό καθεστώς των Τριάκοντα γιατί
ο πατέρας του τον είχε στείλει στον Πόντο, στον φίλο του βασιλιά Σάτυρο. Έτσι, έζησε από
μακριά τα ακόλουθα πολύ δραματικά για την Αθήνα γεγονότα:
Την πανωλεθρία του αθηναϊκού στόλου στους Αιγός ποταμούς, τον Απρίλιο του 405
π.Χ.
Την κατεδάφιση των τειχών την άνοιξη του 404 π.Χ.
Την κατάλυση της δημοκρατίας τον Αύγουστο /Σεπτέμβριο του 404 π.Χ.
και την εγκαθίδρυση των Τριάκοντα.
Την αυθαίρετη και εγκληματική διακυβέρνηση της πόλης από τους Τριάκοντα, ως τον
Μάιο του 403 π.Χ.
Η αναφορά του Μαντίθεου στα γεγονότα αυτά είναι σκόπιμη και σχετίζεται με αυτό
που λέμε παθοποιία. Επιδιώκει να διεγείρει στις ψυχές των ακροατών/βουλευτών
αντιπαθητικά συναισθήματα κατά των κατηγόρων του ανακαλώντας στη μνήμη τους
τραυματικές εμπειρίες. Έτσι αυτοί αποδεικνύονται κακοήθεις και συκοφάντες, αφού τον
κατηγορούν ότι υπηρέτησε ως ιππέας την εποχή που κυβερνούσαν την Αθήνα οι Τριάκοντα,
ενώ στην πραγματικότητα αυτός απουσίαζε τότε από την πόλη.

Το συμπέρασμα στην αρχή της παραγράφου 7 είναι η κατακλείδα ενός
υποθετικού συλλογισμού με τη μορφή ενθυμήματος. Ποια είναι η πλήρης μορφή του;
Η παράγραφος 7 αρχίζει με ένα συμπέρασμα (ἐμὲ τοίνυν οὐδεὶς ἄν ἀποδείξειεν )
που αποτελεί την κατακλείδα ενός υποθετικού συλλογισμού που έχει τη μορφή ενθυμήματος.
Τα πιθανά δεδομένα στα οποία στηρίζεται αυτό το συμπέρασμα είναι τα εξής:
α. Αν είχε υπηρετήσει ως ιππέας και επομένως ως συνεργός των Τριάκοντα, τότε ο
φύλαρχος θα έπρεπε να συμπεριλάβει και το δικό του όνομα στον κατάλογο των ιππέων, οι
σύνδικοι να διεκδικήσουν από αυτόν την «κατάστασιν», την οποία ο Μαντίθεος θα είχε
επιστρέψει (στο φύλαρχο).
β. Γεγονός είναι ότι δε συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο του φυλάρχου, δεν είχε δίκη
με τους συνδίκους, δεν επέστρεψε καμία «κατάστασιν».
Συμπέρασμα:
Δεν υπηρέτησε ως ιππέας την εποχή των Τριάκοντα.

ΔΙΗΓΗΣΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ §§ 9 – 13
Ποιος είναι ο λειτουργικός ρόλος της παραγράφου 9 ως προς τη τάξη/δομή του
λόγου;
Η παράγραφος 9 αποτελεί την αρχή του δεύτερου μέρους της διήγησης – απόδειξης
και λειτουργεί ως προοίμιό της. Σ’ αυτήν ο Μαντίθεος ισχυρίζεται ότι όσα ανέφερε για τη
συγκεκριμένη κατηγορία ήταν αρκετά και ότι την έχει ανασκευάσει. Επομένως οποιαδήποτε
επιπλέον αναφορά στο θέμα θα ήταν περιττή. Έτσι καταφέρνει να επηρεάσει την κρίση των
βουλευτών, ώστε να αποδειχτούν τον ισχυρισμό του.
Το ότι όμως θεωρεί ότι έχει ανασκευάσει το κατηγορητήριο δε σημαίνει ότι θα
τελειώσει εδώ τον λόγο του. Ο Μαντίθεος προσηλωμένος στο στόχο του, που δεν είναι άλλος
από το να πετύχει την εύνοια των βουλευτών – και την οποία ζητά εμφανώς – ώστε να
εγκρίνουν την εκλογή του στο αξίωμα του βουλευτή, κρίνει αναγκαίο να απολογηθεί για τα
πεπραγμένα της ζωής του, για τους εξής λόγους:
- αυτό επιβάλλει ο θεσμός της δοκιμασίας,
- θα δώσει μια πλήρη εικόνα για τον εαυτό του, ώστε οι βουλευτές να σχηματίσουν
ορθή γνώμη για το άτομό του,
- η υπόθεση δεν είναι μόνο προσωπική, αλλά έχει κυρίως δημόσιο χαρακτήρα μια και
οι βουλευτές είναι λειτουργοί του λαού και πρέπει να διαθέτουν ανάλογο ήθος.
Έτσι, η παράγραφος αυτή επιτελεί όλες τις λειτουργίες του προοιμίου, δηλαδή την
πρόσεξιν την εὔνοιαν και την εὐμάθειαν.

Πως κρίνετε τον Μαντίθεο από τη συμπεριφορά που υπέδειξε στην ιδιωτική του
ζωή;
Ο Μαντίθεος μας λέει ότι, παρά τις σοβαρές επιπτώσεις που είχε ο Πελοποννησιακός
πόλεμος στις επιχειρήσεις του πατέρα του και τη μέτρια οικονομική του κατάσταση, κατάφερε
να εκπληρώσει το ηθικός χρέος προς αδελφές του προικίζοντας τες επαρκώς. Επίσης,
απέναντι στον αδελφό του φέρθηκε με εξαιρετική τιμιότητα, αφού κατά τη διανομή των
πατρώων έδωσε μεγαλύτερο μερίδιο απ’ ό,τι κράτησε ο ίδιος. Όλα αυτά δείχνουν άνθρωπο
τίμιο και αφιλοκερδή, που αγαπά την οικογένειά του και φέρεται στα μέλη της με αγάπη και
στοργικότητα.
Αλλά και στις διαπροσωπικές του σχέσεις ο Μαντίθεος ήταν άνθρωπος που
διατηρούσε αρμονικές σχέσεις με του συμπολίτες του και ποτέ δεν έδωσε αφορμή για
παράπονο σε κανέναν. Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι είχε κοινωνική συνείδηση ότι σεβόταν
την προσωπικότητα των συμπολιτών του και ότι ήταν άνθρωπος φιλήσυχος.

Γιατί ο Μαντίθεος αναφέρεται στη συμπεριφορά που επέδειξε στη δημόσια ζωή
του;
Ο Μαντίθεος αναφέρεται στον δημόσιο βίο του, γιατί γνωρίζει ότι δημόσια εικόνα του
θα επηρεάσει περισσότερο τους βουλευτές στην επικύρωση της εκλογής του ως βουλευτή.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Αθηναίος εκείνης της εποχής καταξιωνόταν περισσότερο ως
ενεργό και υπεύθυνο μέλος της πόλης του, ως πολίτης και όχι ως ιδιώτης. Η ολοκλήρωσή του
εξαρτιόταν από το βαθμό συμμετοχής του στα κοινά, δηλαδή από την πολιτική του
κοινωνικοποίηση. Αντίθετα, αν ήταν αδιάφορος προς τα κοινά, έμενε απλά ιδιώτης και
απομονωνόταν από τα δημόσια δρώμενα, αφού δεν καλλιεργούσε πολιτική συνείδηση.
Για όλους τους παραπάνω λόγους λοιπόν ο Μαντίθεος αναφέρεται στη δημόσια ζωή
του και θεωρεί μέγιστη απόδειξη της εντιμότητάς του τις κακολογίες εκείνων που δεν
ενδιαφέρονται για τα κοινά, εκείνων που είναι αργόσχολοι και συχνάζουν σε κακόφημα μέρη.
Τα μέρη αυτά θεωρούνταν τόποι διαφθοράς όπου δυστυχώς σύχναζαν πολλοί νεαροί
Αθηναίοι. Το ότι λοιπόν τέτοιου είδους άνθρωποι των συκοφαντούν, δείχνει ότι ο ίδιος δεν έχει
καμία σχέση με αυτούς, δεν είναι όμοιός τους και ότι είναι άνθρωπος ανώτερος, γι’ αυτό και
προκαλεί τον φθόνο τους. Οι κακολογίες και οι ψευδολογίες εις βάρος του είναι συνέπεια του
φθόνου που νιώθουν κάποιοι εξαιτίας της ηθικής του ανωτερότητας.

Ποια τα επιχειρήματα του Μαντιθέου στις παραγράφους 11, 12;
Στις παραγράφους αυτές χρησιμοποιεί δύο επιχειρήματα με τα οποία προσπαθεί να
προβάλει το έντιμο ήθος του στη δημόσια ζωή.
- Απόδειξη της τιμιότητάς του είναι το ότι όσοι τον κατηγορούν συχνάζουν
στα κυβευτήρια, στα καπηλειά και σε άλλα κακόφημα μέρη. Αν ήταν όμοιός
τους δεν θα τον εχθρεύονταν ούτε θα διατύπωναν σε βάρος του ψεύδη. Η
ανωτερότητα του ήθους του τους κινεί το μίσος εναντίον του.
- Κανένας δεν μπορεί αν ισχυριστεί και να αποδείξει για το ίδιο – σε αντίθεση
με άλλους – ότι έχει υποστεί αισχρή δίκη για ιδιωτική υπόθεση, ότι έχει
μηνυθεί για δημόσια παρανομία που έβλαψε την κοινότητα, ότι έχει
καταγγελθεί για σοβαρότατο αδίκημα κατά της πολιτείας.

Με ποιους τρόπου προσπαθεί να γίνει πιστικός ο Μαντίθεος στην παράγραφο
13;
Στην παράγραφο αυτή ο Μαντίθεος, θέλοντας να προβάλει το πατριωτικό ήθος και το
ηρωικό του φρόνιμα, αναφέρεται στη δράση του στις εκστρατείες και στους πολεμικούς
κινδύνους. Για να γίνει πιο πιστικός καταφεύγει στη χρήση ιστορικών παραδειγμάτων,
παραθέτει αξιολογικές γνώμες/κρίσεις και επικαλείται τη μαρτυρία ανθρώπου που γνώριζε τη
δράση του.
Ο Μαντίθεος γνωρίζει ότι τα ιστορικά παραδείγματα είναι γεγονότα αναμφισβήτητα
και μάλιστα η αναφορά στη μάχη της Αλιάρτου, που έγινε περίπου το 390 π.Χ., είναι ένα
πρόσφατο γεγονός, το οποίο θυμούνται όλοι οι βουλευτές. Το απόφθεγμα για το χρέος όλων
στη συμμετοχή στους κινδύνους για την υπεράσπιση της πατρίδας σε συνδυασμό με τη δική
του δράση αίρει τυχόν επιφυλάξεις των βουλευτών για το ήθος και πατριωτικό του φρόνιμα.
Και τέλος, η μαρτυρική κατάθεση, και μάλιστα του ίδιου του φυλάρχου, έχει ιδιαίτερη αξία,
αφού επιβεβαιώνει χωρίς αμφιβολία την πρόταση του Μαντιθέου για τη μετάταξή του στο
σώμα των οπλιτών, άρα και το ηρωικό του ήθος.

ΔΙΗΓΗΣΗ – ΑΠΟΔΕΙΞΗ §§ 14 – 17
Που απέβλεπε η παραδειγματική συμπεριφορά του Μαντίθεου και γιατί
αναφέρεται εκτενώς σ’ αυτήν;
Ο Μαντίθεος παρουσιάζει την άψογη και παραδειγματική στρατιωτική του
συμπεριφορά, αφενός για να δώσει την εικόνα ενός αληθινού πατριώτη και γενναίου
πολεμιστή, αφετέρου για να πείσει τους βουλευτές ότι πληρεί τις προϋποθέσεις για το αξίωμα
για το οποίο υφίσταται τη δοκιμασία. Μάλιστα η σκέψη του κάνει μια εύστοχη στροφή, λέει ότι
με τη συμπεριφορά αυτή προσέβλεπε στο να διεκδικήσει με επιτυχία τα δικαιώματά του ως
Αθηναίος πολίτης, αν ποτέ εμπλακεί άδικα σε δίκη και να βρει ηθική δικαίωση και καταξίωση
από τους συμπολίτες του.
Φυσικά, ένας τέτοιος ισχυρισμός δύσκολα γίνεται πιστευτός και πολλοί μελετητές
διαβλέπουν ιδιοτελή και υστερόβουλα κίνητρα. Ωστόσο, μάλλον δημιούργησε εντύπωση και
επηρέασε την κρίση κάποιων βουλευτών που σίγουρα θα σκέφτηκαν ότι ένας άνθρωπος με
τόσο πατριωτισμό και γενναιότητα αξίζει να υπηρετήσει την πόλη από το αξίωμα του
βουλευτή.

ΔΙΗΓΗΣΗ – ΑΠΟΔΕΙΞΗ §§ 18 -19
Γιατί ο Μαντίθεος κάνει λόγο για την εξωτερική του εμφάνιση;
Ο Μαντίθεος ήταν γόνος εύπορης και αριστοκρατικής οικογένειας και μάλλον είχε
ολιγαρχικά φρονήματα. Άλλωστε και με την εξωτερική του εμφάνιση – μακριά κόμη, ντύσιμο
– έδειχνε έντονο φιλολακωνισμό και ίσως και με την συμπεριφορά του. Για τους
περισσότερους δημοκρατικούς Αθηναίους το γεγονός αυτό ήταν σίγουρα ενοχλητικό ως και
προκλητικό, γιατί οι αναμνήσεις και τα βιώματά τους από το καθεστώς των Τριάκοντα ήταν
πολύ οδυνηρά. Άλλωστε, δεν είχαν περάσει πολλά χρόνια από την αποκατάσταση της
δημοκρατίας και επίσης οι ολιγαρχικοί της πόλης, που δεν ήταν λίγοι, φρόντιζαν να κάνουν
αισθητή την παρουσία τους οργανωμένοι σε πολιτικές ομάδες που απεργάζονταν την
κατάλυση της δημοκρατίας. Ο Μαντίθεος λοιπόν γνώριζε την ανησυχία των δημοκρατικών
συμπολιτών του και φοβόταν μήπως βουλευτές επηρεαστούν συναισθηματικά και αυτοί από
την εξωτερική του εμφάνιση και τη θεωρήσουν ότι αυτή υποδήλωνε τα πολιτικά του
φρονήματα.
Έτσι, φροντίζει να παρουσιάσει την εμφάνισή του ως μια ακίνδυνη συνήθεια από την
οποία δεν απειλείται κανείς, ούτε οι ίδιοι ως εκφραστές του δημοκρατικού πολιτεύματος, και
υποστηρίζει ότι το πιο ασφαλές κριτήριο για την αξιολόγηση του πολίτη είναι οι πράξεις του
προς την πατρίδα και όχι το φαίνεσθαι.

Γιατί ο Μαντίθεος επανέρχεται στο θέμα της στρατιωτικής του θητείας το οποίο
φάνηκε να έχει ολοκληρωθεί με όσα είπε στις προηγούμενες παραγράφους;
Ο Μαντίθεος, ενώ αναφέρθηκε εκτενώς στις προηγούμενες ενότητες στον τρόπο με
τον οποίο ανταπεξήλθε στις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, στην ενότητα αυτή σκόπιμα και
συνειδητά επανέρχεται στο το θέμα αυτό, για να το τονίσει και να κερδίσει την εύνοια των
βουλευτών και να μειώσει κάποιο άλλο γεγονός, που αποτελούσε τροχοπέδη για την εκλογή
του ως βουλευτή.
Γνωρίζει πολύ καλά ότι η φιλολακωνική εξωτερική του εμφάνιση ενοχλεί και προκαλεί
αντιπάθειες. Πρέπει λοιπόν να υποβαθμίσει το θέμα αυτό και να προβάλει ως αντιστάθμισμα
τον τρόπο με τον οποίο εκπλήρωσε το χρέος του προς την πατρίδα. Τονίζει παράλληλα ότι
χρέος των βουλευτών είναι να τον κρίνουν με αντικειμενικά και λογικά κριτήρια και, για να το
πετύχουν αυτό, θα πρέπει να αξιολογήσουν τα έργα του παρακάμπτοντας το συναίσθημα
που ενδεχομένως προκαλείται από την εξωτερική του εμφάνιση.
Κατά τον Μαντίθεο, μια πράξη αξιολογείται από τη συχνότητα με την οποία
επαναλαμβάνεται, από τη διάρκειά της, από το κίνητρό της και, τέλος, από το αποτέλεσμά
της. Για όλους αυτούς τους λόγους τονίζει ότι ποτέ δεν παραμέλησε κάποια εκστρατεία ή
φύλαξη φρουρίου, αλλά πάντα εκστράτευε με τους πρώτους και αποχωρούσε από το πεδίο
της μάχης με τους τελευταίους. Με αυτό τον τρόπο πετυχαίνει να παρουσιάσει τον εαυτό του
ως ένα πολίτη με ανεπτυγμένο το αίσθημα της φιλοπατρίας και της αυτοθυσίας προς
εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος.
Επομένως, καθήκον των βουλευτών είναι να κρίνουν την αξία και την ποιότητά του
βασιζόμενοι σε όλα αυτά και να μην επηρεάζονται συναισθηματικά, όπως ορισμένοι
συμπολίτες του, από ήσσονος σημασίας θέματα, γιατί το συναίσθημα οδηγεί σε εσφαλμένες
κρίσεις, που μόνο επιβλαβείς μπορούν να αποδειχτούν για την πόλη.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ §§ 20 – 21
Που οφείλεται η επιθυμία του Μαντιθέου να ασχοληθεί με την πολιτική;
Ο Μαντίθεος θέλοντας να δικαιολογηθεί για την ασεβή προς τους μεγαλύτερους του
συμπεριφορά, που υπέδειξε, όταν ήταν ακόμη πολύ νέος, προβάλει τη στάση του εκείνη ως
γεγονός που απέρρεε από το ζήλο του να μιμηθεί τους προγόνους του, οι οποίοι συνεχώς
ασχολούνταν με τα κοινά για το καλό της πατρίδας τους. Έτσι, με το να δείξει υπέρμετρη
φιλοδοξία στην άσκηση των πολιτικών του καθηκόντων, θεωρούσε ότι ολοκληρωνόταν ο ίδιος
πολιτικά. Επίσης, συνδέει τη στάση του με τη συμπεριφορά και τη πεποίθηση των
βουλευτών, οι οποίοι θεωρούν αξιόλογους άνδρες μόνο αυτούς που ασχολούνται με τα κοινά
και είναι ενεργοί και υπεύθυνοι πολίτες. Επομένως, ο ίδιος προσπαθούσε να ανταποκριθεί
στα αξιολογικά κριτήρια εκείνων, που παρακινούν, εμπνέουν και καθοδηγούν τους νέους.
Ποια αντίφαση επισημαίνει ο Μαντίθεος στους βουλευτές, αν δεν εγκρίνουν την
εκλογή του;
Ο Μαντίθεος στον επίλογο του λόγου του θυμίζει στους βουλευτές ότι στο παρελθόν
είχε πάρει το λόγο στην Εκκλησία του δήμου, αν και ήταν πολύ νέος. Αναγνωρίζει ότι επέδειξε
τότε υπέρμετρη φιλοδοξία, ωστόσο είχε κάποια κίνητρα, για τα οποία φέρουν οι βουλευτές
μερίδιο ευθύνης. Οι ίδιοι με τη στάση τους παρακινούν κάθε πολίτη να είναι ενεργός και
υπεύθυνος και να ασχολείται με τα ζητήματα της πόλης. Αυτός λοιπόν επεχείρησε τότε να
αγορεύσει υιοθετώντας ως συμβουλή την απαίτησή τους και προσπαθώντας να ανταποκριθεί
στα δικά τους αξιολογικά κριτήρια. Εμμέσως τους επαινεί, αλλά τους ασκεί και ψυχολογική
πίεση θέτοντάς τους ενώπιον των ευθυνών τους: αν τον αποδοκιμάσουν εξαιτίας της
φιλοδοξίας που επέδειξε υπερασπιζόμενος κάποια υπόθεσή του, θα είναι σαν να επικρίνουν
τους εαυτούς τους αρνούμενοι των καθοδηγητικό τους ρόλο.

Δ Η Μ Ο Σ Θ Ε Ν ΟΥ Σ Υ Π Ε Ρ  Τ Ω Ν  Ρ Ο Δ Ι Ω Ν  Ε Λ Ε Υ Θ Ε Ρ Ι Α Σ
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Να περιγράψετε τη στάση που τηρεί ο Δημοσθένης έναντι των συμπολιτών του
και των Ροδίων.
Ο Δημοσθένης στην προσπάθειά του να κερδίσει την εύνοια των συμπολιτών του,
τους κολακεύει άμεσα λέγοντάς τους ότι γνωρίζουν σχεδόν όλοι τα ορθά και έμμεσα
αποκαλώντας διαβολές, δηλαδή συκοφαντίες, όλες εκείνες τις κατηγορίες που διατυπώνονταν
εναντίον τους, ενώ σκόπιμα αποσιωπά τις οικονομικές και διοικητικές αυθαιρεσίες και την
άκρως ιμπεριαλιστική πολιτική της Αθήνας.
Επίσης, για να μην κατηγορηθεί ότι υπερασπίζεται τους Ροδίους, τους κατηγορεί ότι
υπήρξαν αλαζόνες και υπερόπτες, που υπερεκτίμησαν τις δυνατότητές τους και
περιφρόνησαν τους ισχυροτέρους τους.
Τέλος, τον εαυτό του τον παρουσιάζει ως πολίτη με ειλικρινείς προθέσεις και
πραγματικό ενδιαφέρον για την πόλη του. Εκείνο που επιδιώκει πάντα είναι να συμβουλεύει
τα καλύτερα τους συμπολίτες του, αν και όλοι σχεδόν τα γνωρίζουν, και παρόλο που είναι
δύσκολο, προσπαθεί να τους πείσει να εφαρμόσουν, να κάνουν πράξη όλα εκείνα που
αποφάσισαν έπειτα από συνεδρίαση και ψηφοφορία.

Ποια στάση είχε τηρήσει η Ρόδος απέναντι στην Αθήνα στο πρόσφατο
παρελθόν;
Κατά τα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου και μετά απ’ αυτόν υπήρχε
πολιτική αστάθεια η οποία επηρέασε και τη Ρόδο, όπου οι δύο πολιτικές παρατάξεις, οι
φιλαθήναιοι δημοκρατικοί και οι λακωνίζοντες ολιγαρχικοί, ήταν σχεδόν ισόπαλες. Έτσι, η
Ρόδος άλλαξε πολλές φορές στρατόπεδο. Το 378/377 π.Χ. προσχωρεί στη Β’ Αθηναϊκή
Συμμαχία. Η πιεστική όμως εις βάρος των συμμάχων συμπεριφορά των Αθηναίων
δημιούργησε δυσαρέσκειες και τάσεις αποστασίας τις οποίες ενίσχυσε ο δυνάστης της Καρίας
Μαύσωλος, του οποίου έδρα ήταν η Αλικαρνασσός. Απώτερο βέβαια σκοπό είχε την
απομόνωση και την προσάρτηση των πλησίον της αρχής του Ελληνικών νησιών.
Το 357 π.Χ. οι Ρόδιοι, οι Χίοι και οι Κώοι συμμάχησαν με το Βυζάντιο που ήδη
ακολουθούσε εχθρική προς τους Αθηναίους πολιτική, και αρνήθηκαν να καταβάλουν τις
συμμαχικές εισφορές, τις «συντάξεις». Στην εχθρική αυτήκίνηση εναντίον των Αθηναίων
πρωτοστάτησαν στη Ρόδο οι ολιγαρχικοί, αλλά και αρκετοί δυσαρεστημένοι δημοκρατικοί
πολίτες. Ακολούθησε ο ατυχής για τους Αθηναίους Συμμαχικός πόλεμος εναντίον των πρώην
συμμάχων τους και τη διάρκεια του οποίου ο Μαύσωλος πέτυχε στη Ρόδο την εγκατάσταση
Καρικών φρουρών.
Ο Συμμαχικός πόλεμος έληξε με Περσικό τελεσίγραφο με το οποίο ο Μέγας Βασιλεύς
απαίτηση από τους Αθηναίους να μην επεμβαίνουν στα εσωτερικά άλλων πόλεων σύμφωνα
με το σχετικό όρο της Ανταλκιδείου ειρήνης. Οι Ρόδιοι ολιγαρχικοί ενισχυμένοι από το
Μαύσωλο κατέλυσαν το δημοκρατικό πολίτευμα και διατήρησαν τις Καρικές φρουρές. Η
αποστασία επομένως από την Αθηναϊκή συμμαχία οδήγησε τη Ρόδο σε Καρική επικυριαρχία.
Μετά το θάνατο του Μαυσώλου (353/2 π.Χ.) οι Ρόδιοι δημοκρατικοί ίσως κατέλαβαν
πάλι για λίγο την εξουσία, έδιωξαν τις Καρικές φρουρές και προσπάθησαν να καταλάβουν την
Αλικαρνασσό, πρωτεύουσα της Καρικής δυναστείας. Όμως η σύζυγος και διάδοχος του
Μαυσώλου Αρτεμισία (353-351 π.Χ.) φαίνεται πως απέκρουσε την επίθεση και με
στρατήγημα κατέλαβε πάλι τη Ρόδο.
Τελικά, το 351 π.Χ. οι δημοκρατικοί Ρόδιοι φυγάδες απευθύνθηκαν στους Αθηναίους
και ζήτησαν την βοήθειά τους.

«διδόναι παρρησίαν»: Τι ζητάει με τη φράση αυτή ο Δημοσθένης από τους
Αθηναίους και γιατί, κατά τη γνώμη σας;
Στην αρχαία Αθήνα παραχωρούνταν σε κάθε εκκλησιαζόμενο το πολιτικό δικαίωμα
της ισηγορίας, της ελεύθερης συμμετοχής στις συνελεύσεις του λαού. Αυτή όμως η ελευθερία
θα ήταν φαινομενική αν δεν ενισχυόταν από ένα άλλο πολιτικό δικαίωμα, εξίσου θεμελιώδες,
της παρρησίας, της απόλυτης ελευθερίας λόγου, για να μπορεί ο κάθε ρήτορας να εκθέτει την
προσωπική του άποψη και μ’ αυτό τον τρόπο να φωτίζεται κάθε πτυχή του υπό συζήτηση
θέματος. Η παρρησία, λοιπόν, ως κοινωνική αρετή και ως πολιτικό δικαίωμα συναντούσε και
τότε, όπως και τώρα, αντιδράσεις από τους παραβρισκόμενους, οι οποίοι υποκινούνταν από
τους δημοπιθήκους, όπως πολύ χαρακτηριστικά τους ονομάζει ο Αριστοφάνης, ή, αλλιώς,
τους δημοκολάκους, τους δημαγωγούς δηλαδή που είχαν ως κύριο μέλημα να γίνουν
δημοφιλείς κολακεύοντας το πλήθος. Ο Δημοσθένης, λοιπόν, τονίζοντας τη σοβαρότητα του
θέματος και ζητώντας «διδόναι παρρησίαν» προκαταλαμβάνει το ακροατήριό του για να μη
προβεί σε αποδοκιμασίες, αφού γνωρίζει ότι η θέση που θα πάρει για το προκείμενο θέμα
είναι αντίθετη προς το κοινό λαϊκό αίσθημα. Σκοπεύει να ζητήσει από τους συμπολίτες του να
βοηθήσουν τους Ροδίους για τους οποίους δικαιολογημένα έτρεφαν εχθρικά και φιλέκδικα
συναισθήματα εξαιτίας της αποστασίας τους και της συμβολής τους στη διάλυση της δεύτερης
αθηναϊκής συμμαχίας (378/77 – 357 π.Χ.). Συνεπώς, οι αντιδράσεις από τους
εκκλησιαζόμενους εκείνους που πρόσκεινταν στην πολιτική παράταξη του φιλειρηνιστή
Εύβουλου ήταν αναμενόμενες για τον Δημοσθένη, γι’ αυτό και σπεύδει να προδιαθέσει το
ακροατήριό του, υποστηρίζοντας και εδώ, όπως και άλλους λόγους του, ότι δεν αρκεί να
υπάρχει ισηγορία στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου, αλλά αυτή πρέπει να
συνοδεύεται από την παρρησία, για να μπορούν να εκφράζονται οι πιο χρήσιμες απόψεις.

Ποια η σημασία της λέξεως «ὕβρις» για τους αρχαίους Έλληνες; Τι θεωρεί ο
Δημοσθένης «ὕβριν» στο συγκεκριμένο κείμενο και που αποσκοπεί;
Η λέξη «ὕβρις» στους αρχαίους Έλληνες σήμαινε την υπέρβαση των ορίων της
ανθρώπινης φύσης, δηλαδή την παραβίαση της ηθικής τάξης η οποία οδηγούσε σε
σύγκρουση με τους θεϊκούς νόμους. Η αλαζονική συμπεριφορά λόγω της υπερεκτίμησης των
ανθρώπινων δυνατοτήτων που ξεπερνούσε τα όρια του μέτρου και του δικαίου, επέσυρε την
τίσιν, την τιμωρία των θεών.
Ο Δημοσθένης στο συγκεκριμένο κείμενο θεωρεί ως «ὓβριν» την υπεροπτική,
αλαζονική και προκλητική συμπεριφορά των Ροδίων έναντι των συμμάχων τους. Η
υπερβολικά αβάσιμη συναίσθηση υπεροχής των Ροδίων, τους οδήγησε στο να
περιφρονήσουν τους πραγματικά ισχυρότερους Αθηναίους. Έτσι, υπέπεσαν στο αμάρτημα
της ύβρεως και τα επίχειρα της προπέτειάς τους είναι τώρα η έσχατη ταπείνωσής τους,
δηλαδή να ζητούν βοήθεια από αυτούς που πριν φέρθηκαν με αχαριστία. Ο Δημοσθένης
ελεεινολογώντας τους, μεταθέτει αριστοτεχνικά την ευθύνη της αποστασίας αποκλειστικά και
μόνο στους Ροδίους αποσιωπώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα μοιραία σφάλματα της
ιμπεριαλιστικής αθηναϊκής πολιτικής. Έτσι, κατορθώνει αφενός να αποφύγει την
αποδοκιμασία των Αθηναίων με την υποψία ότι πήρε το λόγο για να μιλήσει υπέρ των
εχθρών της πατρίδας του και αφετέρου να κατευνάσει την οργή τους έναντι των Ροδίων,
τονίζοντας την παρούσα ταπείνωση και εξαίροντας την μεγαλοσύνη της πόλεως στο έλεος
της οποίας προσπίπτουν. Με αυτόν τον έντεχνο τρόπο μεταβάλλεται η κατηγορία σε
υπεράσπιση.

«διαβαλλόντων»: Τι επιθυμεί να δηλώσει ο ρήτορας με τη λέξη «διαβάλλοντες»
και γιατί τη χρησιμοποιεί;
Ο Δημοσθένης χρησιμοποιώντας τη λέξη «διαβάλλοντες» αναφέρεται στους
πολιτικούς αντιπάλους των Αθηναίων και κυρίως των πρώην συμμάχων τους, οι οποίοι είχαν
κατά καιρούς υποστεί τη αυθαίρετη και καταπιεστική εξωτερική τους πολιτική, με αποτέλεσμα
να τους επικρίνουν – δικαίως – εκτοξεύοντας εναντίον τους δριμύτατες κατηγορίες. Όμως,
σκοπός του ρήτορα είναι να πείσει τους Αθηναίους να μεριμνήσουν για το θέμα των Ροδίων
και όχι να προκαλέσει την οργή τους. Έτσι, με εύσχημο τρόπο και επιδιώκοντας να τους
κολακεύσει, μιλά για διαβολές, δηλαδή για συκοφαντίες, διαψεύδοντας τις κατηγορίες και
αποσιωπώντας τα πραγματικά αίτια αυτού του παγιωμένου αρνητικού κλίματος.

ΠΙΣΤΙΣ § 3 – 4
Τι ρόλο παίζουν οι §§ 3 – 4 στη δομή του λόγου του Δημοσθένη και ποιος ο
σκοπός τους;
Οι παράγραφοι 3, 4 αποτελούν την πρόθεση του Δημοσθένη, η οποία στη δομή ενός
ρητορικού λόγου καταλαμβάνει τη θέση μετά το προοίμιο. Σε αυτήν ο ρήτορας παρουσιάζει
συνοπτικά την πρόταση που έχει σκοπό να προβάλει στους ακροατές του τεκμηριώνοντάς
την παρακάτω με επιχειρήματα. Ειδικότερα, ο Δημοσθένης στο συγκεκριμένο προοίμιο
επιδιώκει:
α) Να επιρρίψει τις ευθύνες της Ροδιακής αποστασίας κυρίως στον Μαύσωλο, οποίος
με δόλιο τρόπο κατάφερε να εξαπατήσει τους Ροδίους και να τους οδηγήσει στην άρνηση
καταβολής των συντάξεων.
β) Να απαλλάξει τους Αθηναίους από τις ευθύνες για την κατάλυση της Β’ Αθηναϊκής
Συμμαχίας λόγω της αυταρχικής τους πολιτικής τους έναντι των συμμάχων τους.
γ) Να προβάλλει την έκκληση των Ροδίων για βοήθεια ως χρυσή ευκαιρία, που θα
τους βοηθήσει να απαλλαγούν από τις οποιεσδήποτε διαβολές εις βάρος της πόλεώς τους και
θα τους αναδείξει σωτήρες και εγγυητές της ελευθερίας και της δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Που στηρίζει ο Δημοσθένης την άποψη του ότι η Αθήνα θα αποκαθιστούσε το
όνομά της, αν συνέδραμε τους Ροδίους;
Κατά τον Δημοσθένη, αν οι Αθηναίοι βοηθήσουν τους Ροδίους στην αποκατάσταση
της δημοκρατίας στην πόλη τους, θα διαλύσουν εμπράκτως τις συκοφαντίες που
διατυπώνονταν σε βάρος από όλες σχεδόν τις πόλεις της Ελλάδος. Θεωρεί πως καλύτερη
ευκαιρία από αυτή δε θα μπορούσε να παρουσιαστεί για την Αθήνα αφού η Ρόδος ήταν πόλη
που είχε αποστατήσει από την Συμμαχία κατηγορώντας την Αθήνα για άσκηση αυταρχικής
πολιτικής. Αν λοιπόν οι συμπολίτες του βοηθήσουν μια από τις πόλεις που διατύπωναν
διαβολές εναντίων τους, θα δείξουν με έργα μεγαλοψυχίας, τα οποία δε θα μπορεί να
αμφισβητήσει κανείς, την ανωτερότητα και μεγαλοψυχία τους, θα αποδείξουν την
ανεδαφικότητα της σε βάρος τους δυσφήμισης και θα αποκαταστήσουν την φήμη της πόλης
τους ως προστάτιδας των αδικουμένων και εγγυήτριας δύναμης της ελευθερίας και της
δημοκρατίας των δημοκρατικών σε όλες τις πόλεις.

ΠΙΣΤΙΣ § 5 – 16
Να εξετάσετε ποια στάση κάποιων Αθηναίων απέναντι στο βασιλιά των Περσών
θεωρεί εσφαλμένη ο Δημοσθένης και γιατί;
Ο Δημοσθένης θεωρεί εσφαλμένη τη στάση ορισμένων Αθηναίων ρητόρων –
ενδεχομένως εκπρόσωπων του δημοκρατικού κόμματος – οι οποίοι δεν συμπαθούν τους
δημοκρατικούς Ρόδιους είτε λόγω της σύμπραξής τους στη αποστασία της Ρόδου από την Β΄
Αθηναϊκή Συμμαχία είτε εξαιτίας κάποιου άλλου πολιτικού υπολογισμού που δε θέλουν να
φανερώσουν. Επισημαίνει την αντίφαση στην οποία περιπίπτουν που, ενώ λέγουν ότι
φοβούνται την αντίδραση του Βασιλέως, αν επέμβουν οι Αθηναίοι στη Ρόδο, συγχρόνως
προσπαθούν να παρασύρουν την πόλη σε μια τυχοδιωκτική επιχείρηση εναντίον του στην
Αίγυπτο. Ο Δημοσθένης υπαινίσσεται πως η αντίφαση οφείλεται σε κάποια υποκρισία και
υστεροβουλία κι επομένως οι Αθηναίοι δεν πρέπει να παρασυρθούν απ’ αυτούς, γιατί θα
ενεργήσουν ενάντια στα συμφέροντα της πόλης.

Σε ποιους αποδίδει απερισκεψία ο Δημοσθένης, για ποιους λόγους και ποιες
είναι οι συνέπειες αυτής της απερισκεψίας.
Ο Δημοσθένης στην προσπάθειά του να αποσείσει από τους δημοκρατικούς Ροδίους
την ευθύνη της αποστασίας, παρουσιάζει υπαίτιους αυτής τους ολιγαρχικούς του νησιού, οι
οποίοι δρώντας με γνώμονα το συμφέρον της πολιτικής τους παράταξης προκάλεσαν μια
σειρά από δυσάρεστα γεγονότα τόσο για τους Ροδίους όσο και για τους Αθηναίους.
Συγκεκριμένα, επηρέασαν τους μετριοπαθείς και δυσαρεστημένους δημοκρατικούς,
τους πήραν με το μέρος τους και τους χρησιμοποίησαν για όσο χρόνο απαιτούνταν για να
εδραιώσουν την εξουσία τους και στη συνέχεια τους απομάκρυναν˙ με την άρνηση της
καταβολής των συντάξεων προκάλεσαν τον Συμμαχικό πόλεμο, ο οποίος οδήγησε στη
διάλυση της Β΄Αθηναϊκής Συμμαχίας˙ συνεργάστηκαν με το Μαύσωλο κατά τη διάρκεια του
Συμμαχικού πολέμου χωρίς να υπολογίσουν τα κίνητρά του.
Η απερίσκεπτες αυτές πολιτικές τους ενέργειες οδήγησαν το λαό σε μεγάλες
περιπέτειες, γιατί καταργήθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα, εξορίστηκαν πολίτες και το νησί
λόγω του έξυπνου χειρισμού του Μαυσώλου έχασε την αυτοδυναμία του. Με λίγα λόγια οι
Ρόδιοι κατάντησαν δούλοι των βαρβάρων, ενώ είχαν το δικαίωμα να είναι σύμμαχοι με τους
Αθηναίους με ίσους όρους.

Να αναλύσετε το ιστορικό παράδειγμα που παραθέτει το ο Δημοσθένης στην
ενάτη παράγραφο του λόγου του επισημαίνοντας τις αντιστοιχίες με την υπόθεση των
Ροδίων.
Η αντιστοιχία του ιστορικού παραδείγματος με την πρότασή του για ανάμειξη των
Αθηναίων στο ζήτημα της Ρόδου είναι η εξής:
- Οι Αθηναίοι έστειλαν το στρατηγό Τιμόθεο για να βοηθήσει τον Αριοβαρζάνη, αλλά ο
Τιμόθεος, επειδή διαπίστωσε ότι αυτός αποστάτισε από τον Μ. Βασιλέα, αποφάσισε
να μη τον βοηθήσει για να μη παραβιάσει τις συνθήκες με το Βασιλιά.
- Οι αντίπαλοι του Δημοσθένη υποστηρίζουν ότι πρέπει να δοθεί βοήθεια στην
Αίγυπτο, η οποία αποστάτησε από τον Βασιλιά, όμως αυτό δεν είναι δίκαιο γιατί
παραβιάζει την Ανταλκίδειο ειρήνη.
- Η Σάμος κατεχόταν από Περσικές φρουρές τις οποίες είχε εγκαταστήσει εκεί ο
ύπαρχος του Μ. Βασιλέα στα παράλια της Μ. Ασίας, Τιγράνης.
- Η Ρόδος φρουρείται από Καρικές φρουρές τις οποίες είχε εγκαταστήσει ο Μαύσωλος
και κατάφερε να διατηρήσει η σύζυγος του, Αρτεμισία. (Θεωρητικά η Καρία υπαγόταν
στην επικράτεια του Μ. Βασιλιά)
- Η Σάμος ανήκε στη Β΄Αθηναϊκή Συμμαχία
- Η Ρόδος υπήρξε μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας
- Ο Τιμόθεος μετά δεκά μήνες πολιορκίας κατέλαβε τη Σάμο και την ελευθέρωσε.
- Οι Αθηναίοι οφείλουν να βοηθήσουν τους Ροδίους να ελευθερωθούν κι αυτοί από την
Καρική επικυριαρχεία.
- Ο Μ.Βασιλέας δεν πολέμησε την Αθήνα.
- Ο Μ. Βασιλέας δε θα πολεμήσει την Αθήνα.
Ο Δημοσθένης σημειώνει πως ο Μ. Β. δεν αντέδρασε στην απελευθέρωση της Σάμου
από τον Τιμόθεο, γιατί πιστεύει πως όποιος πολεμά «πέρ βωμν και στιν» μάχεται με
μεγαλύτερη ένταση, που φτάνει ως την αυτοθυσία, από αυτόν που διεξάγει επιθετικό πόλεμο,
αλλά και ότι η υποχωρητικότητα του αδικουμένου αποθαρρύνει τον επιτιθέμενο, ενώ η
σθεναρή αντίσταση μπορεί να τον επαναφέρει στην τάξη και να περιορίσει τις απαιτήσεις του.

Γιατί, κατά το Δημοσθένη, πρέπει οι Αθηναίοι να παραμερίσουν τη μνησικακία
τους προς τους Ροδίους και να τους βοηθήσουν;
Ο Δημοσθένης παρακινεί τους συμπολίτες του να λησμονήσουν τα σφάλματα των
Ροδίων, γιατί πιστεύει ότι αυτοί πήραν το μάθημά τους και, κυρίως, γιατί τα πάθη στην
πολιτική είναι κακοί σύμβουλοι. Οφείλουν, κατά τη γνώμη του, να επιδείξουν την ίδια
ωριμότητα που επέδειξαν και στο παρελθόν, όταν αντιμετώπισαν με το μέτρο της αμνησίας
τους Τριάκοντα μετά την πτώση τους, για να μη ξεσπάσουν ανεξέλεγκτα πάθη που
συσσώρευσε η τυραννική τους συμπεριφορά. Ποιο συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι και οι ίδιοι
εξαπατήθηκαν στο παρελθόν – όπως οι Ρόδιοι από τον Μαύσωλο - από τον Σπαρτιάτη
στρατηγό Λύσανδρο και τους ολιγαρχικούς και συνθηκολόγησαν με τους Λακεδαιμονίους. Και
ενώ στο κείμενο της συνθήκης υπήρχε ο όρος ότι θα διατηρήσουν το δημοκρατικό πολίτευμα,
η διακυβέρνηση των Τριάντα τυράννων, από τους οποίους παρασύρθηκαν και πίστεψαν πως
ενεργούν για το κοινό συμφέρον, οδήγησε στην κατάλυση της δημοκρατίας, στην εκτέλεση και
εξορία πολιτών, στην δήμευση των περιουσιών τους. Με άλλα λόγια, οι Τριάκοντα
καταχράστηκαν την εμπιστοσύνη των Αθηναίων για να εξυπηρετήσουν το συμφέρον τους.
Επειδή παραπάνω γεγονός από την ιστορία των Αθηναίων είναι αντίστοιχο με την
κατάσταση που δημιουργήθηκε στη Ρόδο και επειδή ο Δημοσθένης σκεφτόταν και ενεργούσε
πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον της πόλης, παρακινεί τους συμπολίτες του να
παραμερίσουν τα πάθη – μίσος, μνησικακία, έχθρα, χαιρεκακία – και να βοηθήσουν τους
Ροδίους, επιδεικνύοντας ανωτερότητα και νηφαλιότητα, αφού ούτε οι ίδιοι θα ήθελαν να
τιμωρηθούν για σφάλματα του παρελθόντος. Άλλωστε, η δημοκρατία είναι το πολίτευμα του
μέτρου και οι ακρότητες δεν έχουν καμία θέση σ’ αυτό.

ΠΙΣΤΙΣ § 17 – 20
Ποιο βασικό κριτήριο διαφοροποιεί τους πολέμους προς δημοκρατίες και
προς ολιγαρχίες, και πώς το αξιολογεί ο Δημοσθένης;
Kατά το Δημοσθένη οι πόλεμοι με τις δημοκρατικές πόλεις, στις οποίες την εξουσία
κατέχει ο λαός, οφείλονται σε μικροδιαφορές – ιδιωτικές ή συνοριακές διαφορές,
ανταγωνισμό, ηγεμονικές τάσεις. Οι πόλεμοι όμως με τις ολιγαρχικές πόλεις στις οποίες την
εξουσία κατέχει η μειοψηφία, οφείλονται σε θεμελιώδεις διαφορές, όπως η δημοκρατία και η
ελευθερία και δεν είναι καθόλου εύκολο να επιλυθούν. Η διαφορά αυτή έγκειται στο ότι ο
διάλογος επιτυγχάνεται μόνο με ελεύθερους και αξιοπρεπείς ανθρώπους που ζουν μέσα στο
πλαίσιο της δημοκρατίας και όχι με ανελεύθερους ανθρώπους που ζουν σε τυραννικά
καθεστώτα. Kατά το Δημοσθένη οι πόλεμοι με τις δημοκρατικές πόλεις, στις οποίες την
εξουσία κατέχει ο λαός, οφείλονται σε μικροδιαφορές – ιδιωτικές ή συνοριακές διαφορές,
ανταγωνισμό, ηγεμονικές τάσεις. Οι πόλεμοι όμως με τις ολιγαρχικές πόλεις στις οποίες την
εξουσία κατέχει η μειοψηφία, οφείλονται σε θεμελιώδεις διαφορές, όπως η δημοκρατία και η
ελευθερία και δεν είναι καθόλου εύκολο να επιλυθούν. Η διαφορά αυτή έγκειται στο ότι ο
διάλογος επιτυγχάνεται μόνο με ελεύθερους και αξιοπρεπείς ανθρώπους που ζουν μέσα στο
πλαίσιο της δημοκρατίας και όχι με ανελεύθερους ανθρώπους που ζουν σε τυραννικά
καθεστώτα.
Ποια μορφή πολιτεύματος μπορεί να εξασφαλίσει τη σταθερότητα της φιλίας
μεταξύ της Αθήνας και άλλων πόλεων; Για ποιους λόγους;
Το πολίτευμα που εξασφαλίζει τη σταθερή φιλία μεταξύ των πόλεων δεν είναι άλλο
από τη δημοκρατία. Ο ίδιος τρόπος διακυβέρνησης, οι ίδιες αρχές και αξίες, οι ίδιοι θεσμοί
εξασφαλίζουν την αμοιβαία εύνοια. Η δημοκρατία εξασφαλίζει τη ελευθερία των πολιτών, την
ισότητά τους απέναντι στους νόμους και την παραχώρηση προς αυτούς δικαιώματα. Η
διαφορά της δημοκρατίας από την ολιγαρχία, λοιπόν, έγκειται στον τρόπο σκέψης και ζωής˙
δεν είναι μόνο ποσοτική – εξουσία στα χέρια της πλειοψηφίας – αλλά και ποιοτική –
σηγορίας, ρημένοις. Σε καθεστώς ολιγαρχίας η μειοψηφία ασκεί απόλυτη εξουσία
βασιζόμενη στην δύναμη του πλούτου ή την καταγωγή και δεν ανέχεται την ισότητα των
πολιτών και την ελευθερία τους. Συμφωνά με το Δημοσθένη οι ολιγαρχικοί δεν ανέχονται την
ισότητα ακόμη και στους πολίτες άλλων δημοκρατικών πόλεων, αφού στηρίζουν την εξουσία
τους στη βία, την τρομοκρατία και τον εκφοβισμό των πολιτών. Επομένως κάθε προσπάθεια
ειρήνης και φιλίας θα ήταν καταδικασμένη να ναυαγήσει. Ίσως πιεζόμενοι από κάποια ανάγκη
υπέγραφαν ειρήνη, αλλά το βέβαιο είναι πως θα περίμεναν την κατάλληλη στιγμή για να την
αθετήσουν.

Ι Σ Ο Κ Ρ Α Τ Ο Υ Σ  Π Ε Ρ Ι  Ε Ι Ρ Η Ν Η Σ

Π Ρ Ο Ο Ι Μ Ι Ο §§ 1 – 2
Ποια τεχνική χρησιμοποιεί ο Ισοκράτης στην αρχή του λόγου του;
Τεχνική που χρησιμοποιεί ο Ισοκράτης στην αρχή του λόγου του ονομάζεται
γενίκευση. Με τη φράση «παντες μὲν εώθασιν» αναφέρετε στη συνήθεια των ρητόρων να
τονίζουν τη σπουδαιότητα των θεμάτων για τα οποία θα έκαναν λόγο δίνοντας τις συμβουλές
τους στους συμπολίτες τους. Η τεχνική αυτή εξυπηρετεί την αξιοπιστία του λόγου του
Ισοκράτους, γιατί με τον τρόπο αυτό τοποθετεί το λόγο του ανάμεσα σ’ αυτούς που
εκφωνούνται στην Εκκλησία του Δήμου, και όπως γνωρίζουμε, ο λόγος αυτός – όπως και
όλοι του ίδιου ρήτορα – δεν εκφωνήθηκε ποτέ, αλλά κυκλοφόρησε ως πολιτικό φυλλάδιο,
όμως όσον αφορά στη σπουδαιότητα των προτάσεων δεν ήταν καθόλου κατώτερος από
αυτούς των άλλων ρητόρων, οι οποίοι αγόρευαν.

Ποιο είναι το θέμα για το οποίο θα κάνει λόγο ο Ισοκράτης στον συμβουλευτικό
αυτό λόγου του; Να επισημάνετε τις λέξεις του κειμένου που αναφέρονται σ’ αυτό.
Ο Ισοκράτης στο λόγο του αυτού μιλά για ένα πολύ σοβαρό, για τους πολίτες και την
πόλη γενικότερα, θέμα. Συγκεκριμένα, ο λόγος αυτός γράφτηκε κατά τη διάρκεια του
Συμμαχικού πολέμου και ο ρήτορας θα αναφερθεί στη ειρήνη και τον πόλεμο και τις
συνέπειες που έχουν στη ζωή των ανθρώπων και των πόλεων-κρατών. Θα πρέπει να
αποφασίσουν με σύνεση, εξετάζοντας όλα τα ενδεχόμενα, γιατί από την απόφασή τους αυτή
εξαρτάται άμεσα η ευτυχία ή η δυστυχία τους.
Στο θέμα αυτό αναφέρεται το δεύτερο μέρος του προοιμίου: «κομεν γὰρ
κκλησιάσοντες περ πολέμου κα ερήνης, μεγίστην χει δύναμιν ν τ βί τ τν
νθρώπων, κα περ ν νάγκη τος ρθς βουλευομένους μεινον τν λλων
πράττειν· τ μὲν μέγεθος, πὲρ ν συνελυλήθαμεν, τηλικοτ στίν».

Π Ρ Ο Ο Ι Μ Ι Ο §§ 14 – 16
Να επισημάνετε τις αντιθέσεις που, κατά τον Ισοκράτη, απεικονίζουν την
αλλαγή του ήθους της Αθηναϊκής κοινωνίας. Να προσπαθήσετε να εξηγήσετε τα αίτια
τους και να αναπτύξετε αυτή που κατά τη γνώμη σας είναι περισσότερο σημαντική.
Η πρώτη αντίθεση που επισημαίνει ο Ισοκράτης είναι ότι, μολονότι το πολίτευμα της
Αθήνας είναι η δημοκρατία, δεν υπάρχει «παρρησία», δηλαδή δεν παραχωρείται ελευθερία
λόγου. Δυστυχώς οι Αθηναίοι τυφλωμένοι από τους δημαγωγούς μπορούσαν να ανεχθούν
μόνο όσους εξέφραζαν απόψεις αρεστές στα αφτιά τους, ενώ όσοι τολμούσαν να
διατυπώσουν κάτι διαφορετικό από εκείνο πού είχαν συνηθίσει να ακούν – αλλά κατά τα άλλα
απόλυτα συμφέρον για την πόλη και τους ίδιους – θορυβούσαν διακόπτοντας την αγόρευσή
τους· στερώντας τους δηλαδή το δικαίωμα που αυτονόητα διασφάλιζε το δημοκρατικό
πολίτευμα. Αυτό το δικαίωμα, κατά τον ρήτορα, παραχωρούνταν στην εποχή του μόνο στους
ασύνετους ρήτορες και στους ποιητές των κωμωδιών, παρόλο που αποκάλυπταν στους
ξένους τις αδυναμίες της πόλης. Σ’ αυτό το σημείο βρίσκεται η δεύτερη αντίθεση, ενώ η τρίτη
έγκειται στο ότι οι Αθηναίοι θεωρούσαν πως έπρεπε να χρωστούν ευγνωμοσύνη σ’ αυτούς
τους ανθρώπους – τους δημοκόλακες – όση δεν ένιωθαν ότι έπρεπε να χρωστούν στους
ευεργέτες τους και, αντίθετα, όσους νοιάζονταν για αυτούς και τους έκριναν αυστηρά για να
βελτιωθούν, τους αντιμετώπιζαν εχθρικά.
Περισσότερο σημαντική είναι η πρώτη αντίθεση, γιατί υπηρετεί τη δημοκρατία. Η
κατοχύρωση αυτού του δικαιώματος, της πλήρους δηλαδή ελευθερίας του λόγου, θα είχε ως
αποτέλεσμα να ακούγονται όλες οι απόψεις και οι ορθές και οι μη, και οι συμφέρουσες ή όχι
και στη συνέχεια υπεύθυνα οι πολίτες θα επέλεγαν την ορθότερη.
Τι γνωρίζετε για τους πρυτάνεις της εποχής του Ισοκράτη;
Οι πρυτάνεις την εποχή του ρήτορα και, γενικά, τον 4ο αιώνα ήταν πενήντα
βουλευτές μιας φυλής, οι οποίοι για 35 ή 36 ημέρες ασκούσαν την εξουσία. Η σειρά με την
οποια κάθε φυλή είχε αυτή την τιμή καθοριζόταν με κλήρο. Οι πρυτάνεις έμεναν και σιτίζονταν
στη Θόλο, ένα ειδικό κυκλικό οικοδόμημα στην Αγορά και αμείβονταν με έναν οβολό
περισσότερο από τους άλλους βουλευτές. Καθημερινά κληρώνονταν ο επιστάτης των
πρυτάνεων, πρόεδρος της Βουλής και της Εκκλησίας του Δήμου, ο οποίος είχε στα χέρια του,
για ένα ημερονύχτιο, τα κλειδιά των ιερών, όπου φυλάσσονταν οι θησαυροί και τα αρχεία,
καθώς και η σφραγίδα του κράτους.
Κατά τον 4ο αι. π.Χ. την προεδρία των συνελεύσεων είχε ο επιστάτης των εννέα
προέδρων, οι οποίοι εκλέγονταν ανάμεσα στους βουλευτές των φυλών που δεν είχα την
πρυτανεία. Με τη μεσολάβηση των πρυτάνεων η Βουλή ερχόταν σε επαφή με την Εκκλησία
του Δήμου, τους άρχοντες και τους απλούς πολίτες. Αυτοί συγκαλούσαν επίσης σε
περίπτωση ανάγκης τη Βουλή, την Εκκλησία του Δήμου και τους στρατηγούς. Τέλος,
πρότειναν στις συνελεύσεις τα σχέδια νόμων (προβουλεύματα), τα οποία, όταν ψηφίζονταν
από το δήμο, αποκτούσαν ισχύ νόμων.

Ποια διαφορά διακρίνετε στον κοινωνικό ρόλο των πρυτάνεων στην αρχαία
Αθήνα και στην σύγχρονη εποχή;
Στην αρχαία Αθήνα οι πρυτάνεις αποτελούσα ένα είδος κυβέρνησης, με τη σημερινή
σημασία. Ασκούσανε, δηλαδή εκτελεστική εξουσία και αυξημένες δραστηριότητες.
Μεσολαβούσαν για να έλθει σε επαφή η Βουλή με την Εκκλησία του Δήμου, τους άρχοντες
και τους απλούς πολίτες. Είχαν στην κατοχή τους τα κλειδιά των ιερών, όπου φυλάσσονταν οι
θησαυροί και τα αρχεία, καθώς και η σφραγίδα του κράτους. Σε περίπτωση ανάγκης
συγκαλούσαν τη Βουλή, την Εκκλησία του Δήμου και τους στρατηγούς. Πέρα από την
εκτελεστική, ασκούσανε και νομοθετική εξουσία, αφού πρότειναν στις συνελεύσεις τα σχέδια
νόμων – προβουλεύματα – τα οποία, όταν ψηφίζονταν από το δήμο, αποκτούσαν ισχύ
νόμων.
Σήμερα, πρυτάνεις ονομάζονται οι καθηγητές πανεπιστημίου, οι οποίοι εκλέγοντα για
ορισμένο χρονικό διάστημα ως προϊστάμενοι των ανώτερων και ανώτατων εκπαιδευτικών
ιδρυμάτων και ασχολούνται κυρίως με ζητήματα της εκπαιδευτικής κοινότητας.
Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι ο ρόλος των πρυτάνεων σήμερα είναι πιο εξειδικευμένος
και περιορισμένων καθηκόντων συγκριτικά με την αρχαιότητα και ότι ελάχιστα μπορούν να
επιδράσουν και να διαμορφώσουν την κοινωνία.

Γιατί πρέπει, κατά τον Ισοκράτη, να προηγηθεί η συζήτηση για την εσωτερική
αναδιάρθρωση του κράτους και να ακολουθήσει η συζήτηση για τη σύναψη της
ειρήνης.
Κατά τον Ισοκράτη, έπρεπε να προηγηθεί η συζήτηση για την εσωτερική
αναδιάρθρωση του κράτους διότι μόνο αν γίνονταν κάποιες μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν
στη λειτουργία της δημοκρατίας και της πόλης γενικότερα, θα είχε νόημα η σύναψη της
ειρήνης που την προτείνει. Μόνο αν άλλαξε αυτή η νοοτροπία που είχαν οι συμπολίτες του
στο πλαίσιο της δημοκρατίας αλλά και στη στάση τους απέναντι στις υπόλοιπες ελληνικές
πόλεις, μόνο αν έπαυαν να έχουν επεκτατικές βλέψεις και παραιτούνταν από την προσπάθεια
να κυριαρχήσουν σ’ αυτές, τότε μόνο θα επικρατούσε το δίκαιο και θα εξυπηρετούνταν τα
συμφέροντα της πόλης. Για να συμβεί όμως αυτό θα έπρεπε η ίδια η πόλη να λειτουργεί
βασιζόμενη στην αρχή της δικαιοσύνης. Να στηρίζεται στην πειθώ και να μετέρχεται άλλα
μέσα. Αν αυτό συνέβαινε, τότε και η ειρήνη θα ήταν ουσιαστική και στέρεη.

Ποια πρόταση ειρήνης διατύπωσε ο Ισοκράτης, ποια η σημασία της για την
τύχη των μικρότερων κρατών εκείνης της εποχής και πόσο επίκαιρη είναι;
Η πρόταση ειρήνης που διατυπώνει ο Ισοκράτης κινείται μέσα στο πνεύμα της
ειρήνης που είχε προτείνει ο Εύβουλος, αλλά και της Ανταλκίδειας ειρήνης που υπέγραψαν οι
Έλληνες με επικεφαλής τους Σπαρτιάτες με το βασιλιά των Περσών. Πρόκειται για μια ειρήνη
διακρατική που καταργεί κάθε είδος καταπίεσης και εκμετάλλευσης των ισχυρότερων κρατών
προς τα μικρότερα, πιο ευάλωτα στη διακύμανση της πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής
σταθερότητας. Συγκεκριμένα προτείνει την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας
κάθε πόλης και την απομάκρυνση κάθε είδους μη εγχώριας στρατιωτικής φρουράς. Οι
βασικές αρχές – ανεξαρτησία, αυτονομία – που εξασφαλίζονται με την ειρήνη αυτή, όπως ήδη
ειπώθηκε, ήταν κεφαλαιώδους σημασίας για τα μικρότερα κράτη εκείνης της εποχής, τα οποία
ελεύθερα πια θα μπορούσαν να καθορίσουν τα ίδια την τύχη τους χωρίς την παραμικρή
εξωγενή παρέμβαση.
Αναμφίβολα οι όροι της ειρήνης αυτής διατηρούν και σήμερα την επικαιρότητά τους, αφού τα
ισχυρά κράτη αναζητούν συνεχώς αφορμές για να παρέμβουν σε εσωτερικά ζητήματα των
λιγότερο ισχυρών κρατών και να ελέγχουν και να προωθούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα
συμφέροντά τους.

Π Ι Σ Τ Ι Σ §§ 17-27
Πόσο σημαντική κατά τον Ισοκράτη είναι η σύναψη ειρήνης μεταξύ των
ελληνικών πόλεων και γιατί;
Κατά τον ρήτορα η σύναψη ειρήνης μεταξύ των ελληνικών πόλεων έχει τεράστια
σημασία για όλες τις πόλεις ανεξαιρέτως αλλά και για την ίδια την Αθήνα ειδικότερα.
Καταρχάς θα αποτελέσει το εφαλτήριο για να αναθεωρήσει την αλαζονική πολιτική που
εφάρμοζε σε βάρος των συμμάχων της. Το πλεονέκτημα από μια τέτοια αλλαγή στην
εξωτερική της πολιτική θα είναι ότι θα κερδίσει ό, τι δεν κατάφερε δια της βίας και του
εξαναγκασμού, δηλαδή να δημιουργήσει αληθινές και σταθερές συμμαχίες. Τα όπλα της
πόλης θα είναι πλέον διαφορετικά, θα στηρίζονται στις αρχές της πειθούς και της φιλίας, της
ισότητας μεταξύ των εταίρων – πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα επιβάλλεται το δίκαιο του
ισχυρότερου – του σεβασμού της αυτονομία και της ανεξαρτησίας του άλλου. Έτσι θα
επανακτήσει το χαμένο κύρος της, θα κερδίσει τη χαμένη καλή της φήμη μεταξύ των πόλεων,
θα απαλλαχθεί από τους κινδύνους και θα δοθεί στους κατοίκους της η δυνατότητα να ζουν
στην πόλη τους με ασφάλεια. Πέρα από αυτά, η απαλλαγή από τις πολεμικές προετοιμασίες
θα βοηθήσει να ανακάμψει η οικονομία της και να ξανά αποκτήσουν οι πολίτες την ευμάρειά
τους. Οι υπέρογκοι φόροι και οι άλλες εισφορές για τις πολεμικές συγκρούσεις καθώς και η
αδυναμία των πολιτών να ασχοληθούν με τη γεωργία, τη ναυτιλία και τις άλλες παραγωγικές
δραστηριότητες, όπως τις τέχνες και τις βιομηχανίες, αποδεκάτισαν τον πληθυσμό και έγιναν
αφορμή για να φύγουν από την πόλη οι έμποροι και κυρίως οι μέτοικοι, η συνεισφορά των
οποίων στη οικονομική ανάπτυξη της Αθήνας ήταν πολύ μεγάλη. Το ίδιο φυσικά θα ισχύει και
για όλες τις άλλες πόλεις, οι οποίες απαλλαγμένες από τα δυσβάσταχτα οικονομικά βάρη του
πολέμου θα μπορούν να εστιάσουν σε θέματα εσωτερικής πολιτικής βελτιώνοντας την
καθημερινότητα των πολιτών.

Τι γνωρίζετε για τις λειτουργίες στην αρχαία Αθήνα;
Οι λειτουργίες ήταν δημόσιες υπηρεσίες των πιο πλούσιων Αθηναίων για την
οργάνωση δραματικών ή μουσικών αγώνων, δημοσίων γευμάτων, εξοπλισμού ενός
πολεμικού πλοίου κτλ. Η προσφορά χρημάτων, στην οποία υποβάλλονταν υποχρεωτικά οι
ισχυρότεροι οικονομικά πολίτες της Αθήνας, ήταν μια άμεση και σημαντική φορολόγηση αλλά
ταυτόχρονα και πολύ τιμητική. Γι’ αυτό άλλωστε ανελάμβαναν με προθυμία μα εκτελέσουν
κάποιαν λειτουργία.
Το κράτος συχνότατα τιμούσε τους πλουσίους πολίτες που πρόσφεραν μεγάλα ποσά
για λειτουργίες· έδινε την άδεια να στήσουν αναμνηστικό μνημείο σε περίπτωση νίκης της
ομάδας τους σε δραματικούς ή γυμνικούς αγώνες. Η οδός των Τριπόδων της Αθήνας, κάτω
από την Ακρόπολη, είχε μεγάλη σειρά τέτοιων χορηγικών μνημείων.
Αν ο οριζόμενος από τον επώνυμο άρχοντα για την εκτέλεση κάποιας λειτουργίας
ισχυρίζονταν ότι υπήρχε κάποιος πλουσιότερος πολίτης και έπρεπε εκείνος παρά αυτός να
είχε ορισθεί, εφαρμόζονταν η διαδικασία της «αντιδόσεως», δηλαδή, της ανταλλαγής
περιουσιών. Το δικαστήριο έκρινε ποιος από τους δύο έπρεπε να εκτελέσει τη λειτουργία, αν
ο προτεινόμενος ως πλουσιότερος δεν δεχόταν ν’ αναλάβει την απαιτούμενη δαπάνη για τη
λειτουργία. Ωστόσο φαίνεται ότι αυτό δεν συνέβαινε συχνά.
Οι λειτουργίες ήταν τακτικές και έκτακτες· από τις τακτικές οι σπουδαιότερες ήταν η
τριηραρχία, που ήταν δαπανηρότατη, γιατί ο τριήραρχος ήταν υποχρεωμένος να εξοπλίσει για
τον πόλεμο ένα πλοίο και να αναλάβει για ένα έτος τη συνήρησή του και τη μισθοδοσία του
πληρώματος. Για την ορθότερη κατανομή των τριηραρχιών οι εύποροι πολίτες οργανώθηκαν
κατά τον 4ο αι. π.Χ. σε 20 «συμμορίες» με 60 μέλη η καθεμιά. Οι τριήραρχοι καλούνταν να
πάρουν μέρος και στις εκστρατείες, οπότε ήσαν υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν τις εργασίες
τους.

Ποιοι ονομάζονταν μέτοικοι στην αρχαία Αθήνα και ποια η συμβολή τους στην
οικονομία της πόλης;
Μέτοικοι ονομάζονταν οι μόνιμα εγκατεστημένοι στην Αθήνα ξένοι. Δεν είχαν
περισσότερα πολιτικά δικαιώματα από τους άλλους ξένους, αλλά γίνονταν αποδεκτοί ως μέλη
της κοινώτητας. Πλήρωναν έναν ειδικό φόρο των μετοίκων, το μετοίκιον, ο οποίος ανερχόταν
σε 12 δραχμές για τους άνδρες και 6 δραχμές για τη γυναίκα. Αν κάποιος μέτοικος δεν
πλήρωνε το μετοίκιον διέτρεχε τον κίνδυνο να γίνει δούλος.
Εάν ένας ξένος επιθυμούσε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα, έπρεπε να
υποβληθεί αίτηση για την εγγραφή του ως μετοίκου στη μητρώα κάποιου συγκεκριμένου
δήμου και να ορισθεί κάποιος Αθηναίος πολίτης ως «προστάτης» του, δηλ. εγγυητής. Στην
περίπτωση έλλειψης προστάτη ήταν δυνατόν να υποβληθεί μήνυση με προβλεπόμενη ποινή
τη μετατροπή του μετοίκου σε δούλο.
Οι μέτοικοι ήταν πολυάριθμοι και ασχολούνταν με τις πιο επικερδής επιχειρήσεις.
Αποκλείονταν από την ιδιοκτησία ακινήτων και την εκμετάλλευση ορυκτού πλούτου. Όλοι οι
άλλοι οικονομικοί κλάδοι ανοίγονταν μπροστά τους χωρίς περιορισμούς: μπορούσαν να
εργασθούν ως μισθωτοί, ως κεφαλαιούχοι εργοδότες και να πλουτίσουν ανεμπόδιστα. Οι
περισσότεροι και πιο ονομαστοί τραπεζίτες τον 4ο αι. π.Χ. ήταν μέτοικοι. Οι υποχρεώσεις
τους προς το κράτος εκτός από την καταβολή του «μετοικίου» ήσαν οι εξής: πλήρωναν την
«εισφορά», όπως και οι πλούσιοι Αθηναίοι πολίτες, και ενδεχομένως ένα τέλος αγοράς, όταν
ήθελαν να ασκήσουν το εμπόριο στην περιοχή της αγοράς. Εκτός από τις οικονομικές τους
υποχρεώσεις, υπηρετούσαν στον αθηναϊκό στρατό ή το ναυτικό. Αν ένας μέτοικος
προσπαθούσε να αποφύγει τη στράτευση πηγαίνοντας να ζήσει αλλού όταν ξεσπούσε ο
πόλεμος, δεν του επέτρεπαν ποτέ να επιστρέψει στην Αθήνα.
Κατά τον Συμμαχικό πόλεμο πολλοί μέτοικοι έφυγαν από την Αττική. Ο Ισοκράτης
εκφράζει γι’ αυτό το γεγονός τη λύπη του και ανάμεσα στα άλλα αγαθά που περιμένει από τη
λήξη του πολέμου είναι η επιστροφή των μετοίκων στην πόλη.

Ποιες συμβουλές δίνει ο Ισοκράτης στους συμπολίτες του για τον τρόπο με τον
οποίο πρέπει αν ασκούν την εξωτερική τους πολιτική;
Ο Ισοκράτης πιστεύει ότι οι συμπολίτες του πρέπει άμεσα να σταματήσουν τον
πόλεμο και να κάνουν ειρήνη με όλους του ανθρώπους, γιατί ο πόλεμος είναι πηγή πολλών
δεινών για τους ανθρώπους και απαιτεί μεγάλες θυσίες. Αν εδραιωθεί η ειρήνη μεταξύ των
πόλεων, οι τυχόν διαφορές, που θα έχουν οι Αθηναίοι με τους άλλους Έλληνες, θα μπορούν
να επιλυθούν δια της διπλωματικής οδού. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να κερδίζουν
περισσότερα από αυτά που τώρα καταφέρνουν να κερδίσουν δια της βίας. Όταν, λοιπόν, οι
άλλοι και συγκεκριμένα ο Κερσοβλέπτης και ο Φίλιππος δουν ότι δεν επιδιώκουν πράγματα
που δεν τους ανήκουν, θα τους αποδεχτούν, θα απομακρυνθούν από τις κτήσεις τους και
επειδή δε θα τους φοβούνται και δε θα είναι καχύποπτοι απέναντί τους, θα τους
παραχωρήσουν και μέρος από τις δικές τους κτήσεις, γιατί θα αισθάνονται πια ασφαλείς.

Ποια κριτική άσκησε ο Ισοκράτης στους άλλους για τον τρόπο που εκείνοι
αντιμετωπίζουν τα σοβαρά προβλήματα στις συνελεύσεις;
Ο Ισοκράτης ασκεί πολύ αρνητική κριτική προς τους άλλους ρήτορες, γιατί δεν έχουν
ούτε την πρόθεση ούτε τη δύναμη να προτείνουν στους Αθηναίους πολίτες πράγματα
αντίθετα από εκείνα που επιθυμούν, αλλά, αντίθετα, για να γίνουν αρεστοί και να κερδίσουν
της εύνοιά τους, τους κολακεύουν και τους ενθαρρύνουν να πάρουν αποφάσεις που στην
πραγματικότητα διογκώνουν τα προβλήματα της πόλεως παρά τα επιλύνουν.
Πως κρίνετε τον Ισοκράτη ως ρήτορα;
Από τον τρόπο που μιλά στους συμπολίτες του και την κριτική που ασκεί σ’ αυτούς
και τους άλλους ρήτορες, κατανοούμε ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο τολμηρό και θαρραλέο,
πιστό στις ηθικές του αρχές, ανιδιοτελή, σοβαρό και με αγνές προθέσεις. Άλλωστε, και ίδιος
στο λόγο του ισχυρίστηκε άμεσα ότι δεν ενδιαφέρεται να αποκομίσει κάποιο προσωπικό
όφελος από το λόγο του αυτόν, αλλά βασικό του μέλημα είναι να μιλήσει στους συμπολίτες
του με ειλικρίνεια και σθένος, αναλύοντάς τους το προς συζήτηση θέμα και τονίζοντας αυτά
που είναι σωστά και συμφέρουν την πόλη.

Ο Ισοκράτης στις παραγράφους 19 – 24 αναφέρετε σε κάποια ιστορικά
γεγονότα. Ποια είναι αυτά και ποιος ο ρόλος τους στο λόγο;
Στην παράγραφο 19 ο Ισοκράτης αναφέρεται στην πολιτική των Θηβαίων να
κατέχουν, κατά παράβαση των «συνθηκών», τις Θεσπιές, τις Πλαταιές, τον Ορχομενό και τον
Ωρωπό. Ο ρήτορας αναφέρεται σε αυτό το γεγονός για θυμίσει στους συμπολίτες του τα
αντιθηβαϊκά αισθήματα που δημιούργησε η πολιτική τους αυτή σε όλους τους ανθρώπους και
να τους αποδείξει έτσι πόσο μοιραίες μπορούν να αποβούν τέτοιου είδους άδικες και
απερίσκεπτες πράξεις για την πόλη.
Στην παράγραφο 22 μιλά για τη Χερρόνησο και την Αμφίπολη, πόλεις που
αποτέλεσαν το μήλο της έριδας μεταξύ του Κερσοβλέπτη η μια και του βασιλιά της Μακεδονία
Φιλίππου η άλλη και των Αθηναίων. Πριν είχε υποστηρίξει ότι οι Αθηναίοι μπορούν να
αποκτήσουν δια της διπλωματικής οδού ότι δεν κατάφεραν με τον πόλεμο και τις υπέρογκες
δαπάνες. Για να ενισχύσει λοιπόν το επιχείρημά του αυτό, παραθέτει αυτά τα παραδείγματα
υποστηρίζοντας ότι όχι μόνο θα αποχωρίσουν από τις Αθηναϊκές αυτές κτήσεις, αλλά και ότι
θα παραχωρήσουν και μέρος από τις δικές τους, γιατί θα αισθάνονται ασφαλείς με μια ισχυρή
Αθήνα δίπλα τους.
Τέλος στην παράγραφο 24, συνεχίζοντας την αναφορά του στα οφέλη που θα
αποκτήσει η Αθήνα δια της διπλωματικής οδού, προτείνει την ίδρυση αποίκων στη Θράκη για
να λυθεί ένα σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα με τους φτωχούς οι οποίοι περιπλανιούνται μη
μπορώντας να εγκατασταθούν σταθερά σε έναν τόπο και να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για
να ζήσουν. Για να ενισχύσει την πρότασή του αυτή, αναφέρεται στο παράδειγμα του
Καλλίστρατου και του Αθηνόδωρο οι οποίοι κατάφεραν – ο καθένας ξεχωριστά – να ιδρύσουν
αποικίες. Αν και στην προκειμένη περίπτωση ο Ισοκράτης ενισχύει την απόφασή τους για
ειρήνη, οι περιπέτειες του Καλλίστρατου και του Αθηνόδωρου χαρακτηρίζουν τον
τυχοδιωκτισμό που επικρατούσε τους χρόνους της γενικής κατάπτωσης.

Πώς θα πρέπει, κατά τον Ισοκράτη, να πραγματεύονται τα δημόσια θέματα οι
ρήτορες;
Κατά τον Ισοκράτη, οι ρήτορες που σε δημόσια ομιλία θίγουν θέματα μείζονος
σημασίας για όλη την πόλη, θα πρέπει να έχουν κατ’ αρχάς επίγνωση των θεμάτων αυτών.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΘΕΟΔΩΡΑ ΚΑΛΛΙΑΝΤΖΗ